Η Οδύσσεια του Ομήρου

Παρακολουθήστε τις περιπέτειες του Οδυσσέα στην οθόνη σας ή Διαβάστε την ιστορία του σαν παραμύθι.

Περίληψη ανά ενότητα

Η Οδύσσεια χωρίζεται σε 24 ραψωδίες που συμβολίζονται στα ελληνικά με τα γράμματα του αλφάβητου. 

α (Θεών αγορά. Αθηνάς παραίνεσις προς Τηλέμαχον. Μνηστήρων ευωχία):

Ο ποιητής καλεί τη Μούσα να διηγηθεί τις περιπέτειες του Οδυσσέα, ο οποίος μετά την άλωση της Τροίας, παραδέρνει στα πέλαγα, προσπαθώντας να γυρίσει στην πατρίδα του μαζί με τους συντρόφους του. (Αυτοί όμως χάθηκαν γιατί έφαγαν τα βόδια του θεού Ήλιου). Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να επιστρέψει, γιατί τον κρατά στο νησί της η θεά Καλυψώ. Τα προηγούμενα γεγονότα θα εξιστορηθούν με μία μεγάλη αναδρομή από τον ίδιο τον Οδυσσέα στις επόμενες ραψωδίες. Ο Ποσειδώνας θυμωμένος εμποδίζει την επιστροφή του ήρωα στην Ιθάκη. Όμως, κατά την απουσία εκείνου στους Αιθίοπες, γίνεται η πρώτη συνέλευση των θεών στον Όλυμπο. Πρώτος ο Δίας, εκφράζει το παράπονό του για τους ανθρώπους, οι οποίοι κατηγορούν τους θεούς για τα βάσανά τους, ενώ οι ίδιοι είναι οι υπεύθυνοι.Η Αθηνά τότε μιλά για την ευσέβεια του Οδυσσέα, ο οποίος βασανίζεται, γιατί δεν μπορεί να επιστρέψει στην Ιθάκη. Ο Δίας εκδηλώνει τη συμπάθεια του γι’ αυτόν και αποκαλύπτει πως υπεύθυνος για αυτή την κατάσταση είναι ο θυμός του Ποσειδώνα, διότι ο Οδυσσέας τύφλωσε τον γιό του, τον Κύκλωπα Πολύφημο και αποφασίζει την επιστροφή του. Η Αθηνά τότε λέει το σχέδιο της: να σταλεί ο Ερμής και να ανακοινώσει στην Καλυψώ την απόφαση των θεών και να μεταβεί η ίδια στην Ιθάκη, για να συμβουλέψει τον Τηλέμαχο να ψάξει πληροφορίες για τον πατέρα του στη Σπάρτη και την Πύλο.

Η Αθηνά εφαρμόζει αμέσως το σχέδιο της και μεταβαίνει στο παλάτι του Οδυσσέα, στην Ιθάκη, με τη μορφή του άρχοντα των Ταφίων, Μέντη. Εκεί, βρίσκει τους μνηστήρες να διασκεδάζουν, ενώ οι υπηρέτες ετοιμάζουν το γεύμα. Ο Τηλέμαχος, που κάθεται σκεπτικός και θλιμμένος, μόλις τη βλέπει, την υποδέχεται και να την προσκαλεί σε γεύμα. Οι δυο τους φθάνουν στη μεγάλη αίθουσα και ακολουθεί το τυπικό ης φιλοξενίας. Αργότερα, μπαίνουν και οι μνηστήρες, για να απολαύσουν το γεύμα. Αφού χαρούν το φαγητό και το ποτό, ζητούν από τον Φήμιο να τους τραγουδήσει με την κιθάρα του.

Ο Τηλέμαχος ζητά να μάθει την ταυτότητα του ξένου και τον λόγο της επίσκεψής του. Η Αθηνά απαντά πως είναι ο Μέντης, άρχοντας των Ταφίων, φίλος του Οδυσσέα, και πως τον έφερε εκεί η φήμη της επιστροφής του. Ο Τηλέμαχος εξηγεί την κατάσταση στο παλάτι : οι μνηστήρες της Πηνελόπης, σπαταλούν την περιουσία του Οδυσσέα και ίσως θέλουν να τον δολοφονήσουν. Η Αθηνά- Μέντης του δίνει συμβουλές: να ζητήσει σε συνέλευση να φύγουν οι μνηστήρες, αν θέλει η μητέρα του να ξαναπαντρευτεί να γυρίσει στον πατέρα της και ο ίδιος να ταξιδέψει στην Πύλο και τη Σπάρτη, αναζητώντας πληροφορίες για τον Οδυσσέα. Στη συνέχεια, η Αθηνά φεύγει πετώντας σαν πουλί. Έτσι, ο Τηλέμαχος συνειδητοποιεί πως ήταν κάποιος θεός και γεμίζει αυτοπεποίθηση.

Ο Φήμιος τραγουδά στους μνηστήρες το γυρισμό των Αχαιών από την Τροία. Η Πηνελόπη εμφανίζεται δακρυσμένη και ζητά από τον αοιδό να αλλάξει τραγούδι, καθώς αυτό της θυμίζει τον ένδοξο άντρα της. Ο Τηλέμαχος παρεμβαίνει και τη συμβουλεύει να γυρίσει στην κάμαρά της. Η Πηνελόπη σαστισμένη, τον ακούει. Ο Τηλέμαχος ανακοινώνει στους μνηστήρες ότι θα συγκαλέσει συνέλευση και θα τους ζητήσει να φύγουν. Αν αρνηθούν, θα ευχηθεί στους θεούς για την τιμωρία τους. Πρώτος αντιδρά ο Αντίνοος, που του εύχεται να μη βασιλέψει ποτέ στην Ιθάκη. Έπειτα, ο Ευρύμαχος, διπλωματικά, φέρνει τη συζήτηση στον ξένο, που έφυγε βιαστικά. Ο Τηλέμαχος αποκρύπτει την αληθινή ταυτότητα του ξένου. Το βράδυ συνοδευόμενος από την πιστή τροφό του, Ευρύκλεια, αποσύρεται στην κάμαρά του και σκέφτεται το ταξίδι του.

β (Ιθακησίων εκκλησία. Τηλεμάχου αποδημία):

Την άλλη μέρα στη συνέλευση των Ιθακήσιων. Εκεί ο Τηλέμαχος ζητά από τους μνηστήρες να φύγουν. Εκείνοι όμως απαντούν με απειλές και κατάρες. Επίσης, εκφράζει την απόφασή του να ερευνήσει την τύχη του πατέρα του και αποφασίζει να ταξιδέψει στην Πελοπόννησο. Η Αθηνά με τη μορφή του Μέντορα βοηθά στην ετοιμασία του καραβιού με το οποίο ο Τηλέμαχος αναχωρεί τη νύχτα. 

γ (Τα εν Πύλω):

Στην Πύλο ο Τηλέμαχος φιλοξενείται από τον Νέστορα, που όμως τίποτα δε γνωρίζει να τον πληροφορήσει για τον πατέρα του. Αναφέρει μονάχα, πως ταξίδεψαν μαζί μέχρι την Τένεδο. Την άλλη μέρα μαζί με τον Πεισίστρατο, το γιο του Νέστορα, αναχωρεί για τη Σπάρτη. 

δ (Τα εν Λακεδαίμονι):

Στη Σπάρτη ο Μενέλαος γιορτάζει τους διπλούς γάμους του γιου και της κόρης του. Ο Μενέλαος αναφέρεται στην επτάχρονη περιπλάνηση του, τη δολοφονία του αδερφού του Αγαμέμνονα και την εξαφάνιση του Οδυσσέα. Εμφανίζεται αργότερα και η Ελένη, που διηγείται ένα κατόρθωμα του Οδυσσέα στην Τροία: ο ήρωας μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο μπήκε στην Τροία για να κατασκοπεύσει. Εκείνη τον αναγνώρισε, αλλά δεν τον πρόδωσε, γιατί κι εκείνη ήθελε πια να επιστρέψει στη Σπάρτη. Μετά ο Μενέλαος διηγείται ένα άλλο: μέσα το Δούρειο Ίππο απέτρεψε στους συντρόφους του να αποκαλυφθούν, όταν η Ελένη τους καλούσε, μιμούμενη τις φωνές των γυναικών τους. Την επόμενη μέρα ο Τηλέμαχος μαθαίνει τις ιστορίες της επιστροφής άλλων αρχηγών των Αχαιών και ότι ο πατέρας του βρίσκεται στο νησί της Καλυψώς. Ο Τηλέμαχος φεύγει από τη Σπάρτη, ενώ οι μνηστήρες σχεδιάζουν τη δολοφονία του. Η Πηνελόπη πληροφορείται τα σχέδιά τους από τον κήρυκα Μέδοντα και ξεσπά σε διπλό θρήνο. Η Αθηνά την αποκοιμίζει και της στέλνει σε όνειρο τη σωτηρία του γιου της.

ε (Οδυσσέως σχεδία):

Σε δεύτερο συμβούλιο των θεών ο Δίας αποφασίζει να στείλει τον Ερμή στην Καλυψώ και του αναθέτει να αναγγείλει στην Καλυψώ την απόφαση των θεών. Ο Ερμής αναχωρεί αμέσως για την Ωγυγία, όπου βρίσκει τη θεά στη σπηλιά να υφαίνει. Εκείνη τον αναγνωρίζει αμέσως, τον υποδέχεται και τον φιλεύει, ενώ εκείνος της ανακοινώνει ότι πρέπει να αφήσει τον Οδυσσέα να επιστρέψει στην Ιθάκη. Η Καλυψώ αρχικά οργίζεται με τους θεούς. Ωστόσο δηλώνει πως θα υπακούσει.Μετά την αποχώρηση του Ερμή, η Καλυψώ πηγαίνει να συναντήσει τον Οδυσσέα, που βρίσκεται στην ακτή και κλαίει. Του ανακοινώνει πως θα τον αφήσει να επιστρέψει στην πατρίδα του, γι’ αυτό πρέπει να ετοιμάσει μια σχεδία, ενώ εκείνη θα φροντίσει για τα εφόδια και τον άνεμο. Ο Οδυσσέας αρχικά δεν την πιστεύει, αργότερα όμως πείθεται. Έπειτα, όταν δειπνούν στη σπηλιά, η Καλυψώ τον προειδοποιεί, ότι τον περιμένουν βάσανα , και του προτείνει αθανασία, για να τον πείσει να παραμείνει κοντά της και εκφράζει το παράπονό της που εκείνος προτιμά μια θνητή. Ο Οδυσσέας απαντά πως δεν πρέπει να συγκρίνεται με μια θνητή και ότι επιθυμεί να επιστρέψει σε εκείνη. Μετά, κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Μετά από πλεύση 18 ημερών, ο Ποσειδώνας τον αντιλαμβάνεται και προκαλεί καταιγίδα. Ο Οδυσσέας σώζεται από το θάνατο χάρις στην επέμβαση της Λευκοθέας και φτάνει στην ακτή της Σχερίας, στη χώρα των Φαιάκων, τρεις μέρες μετά το ναυάγιο. Εκεί πέφτει σε βαθύ ύπνο.

ζ (Oδυσσέως άφιξις εις Φαίακας):

Η Αθηνά στέλνει όνειρο στη Ναυσικά -κόρη του βασιλιά των Φαιάκων- το οποίο την παρακινεί να πάει με τις φίλες της στην ακτή να πλύνουν τα ρούχα, αφού έφτασε πια σε ηλικία γάμου. Το πρωί η Ναυσικά ενημερώνει τους γονείς της, παίρνει τα απαραίτητα και ξεκινά με τις άλλες κοπέλες για το ποτάμι. Εκεί πλένουν τα ρούχα, κάνουν το λουτρό τους, τρώνε κι αρχίζουν τα παιχνίδια. Εκεί συναντούν τον Οδυσσέα. Οι κοπέλες τρομάζουν, αλλά η Ναυσικά τού προσφέρει βοήθεια και τον οδηγεί σε άλσος έξω από την πόλη. 

η (Oδυσσέως είσοδος προς Aλκίνουν):

Ο Οδυσσέας ακολουθώντας τις οδηγίες της Ναυσικάς και καθοδηγούμενος από ένα νεαρό κορίτσι, την Αθηνά, κατορθώνει να μπει στο παλάτι, όπου ζητά άσυλο από τη βασίλισσα Aρήτη. Διηγείται τις περιπέτειές του μετά την αναχώρηση από την Καλυψώ και ο Αλκίνοος υπόσχεται να τον βοηθήσει να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η ικεσία του βρίσκει ανταπόκριση.

θ (Oδυσσέως σύστασις προς Φαίακας):

Την άλλη μέρα, στο γιορταστικό τραπέζι που γίνεται προς τιμήν του Οδυσσέα, ο Δημόδοκος τραγουδά για τα κατορθώματα του Αχιλλέα και του Οδυσσέα, γεγονός που τον κάνει να κλάψει κρυφά. Ο Αντήνορας το αντιλαμβάνεται και διακόπτει τη γιορτή. Ακολουθούν αγώνες, στους οποίους ο Οδυσσέας εντυπωσιάζει στη ρίψη του δίσκου. Στο βραδινό τραπέζι ο Δημόδοκος τραγουδά αυτή τη φορά για το Δούρειο ίππο. Ο Οδυσσέας συγκινείται και τώρα πια ο Αλκίνοος τον ρωτά το όνομά του και τις περιπέτειές του. 

ι (Αλκίνου απόλογοι. Κυκλώπεια):

Ο Οδυσσέας φανερώνει την ταυτότητά του και αρχίζει τη διήγηση όσων συνέβησαν μετά την αναχώρησή του από την Τροία. Αφηγείται την καταστροφή της Ίσμαρου και τις απώλειες από τους Κίκονες. Ακολουθεί θύελλα που τους οδηγεί στη χώρα των Λωτοφάγων, όπου ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του κινδυνεύουν από αμνησία. Στη συνέχεια επισκέπτονται τη σπηλιά του Κύκλωπα, ενώ εκείνος απουσιάζει. Οι σύντροφοι παρακαλούν τον Οδυσσέα να πάρουν ότι χρειάζονται από τη σπηλιά και να φύγουν. Εκείνος όμως θέλει να γνωρίσει τον Κύκλωπα. Κάποια στιγμή αυτός εμφανίζεται, προκαλώντας τρόμο. Όταν αντιλαμβάνεται τους ξένους, ρωτά να μάθει ποιο είναι και τι θέλουν. Ο Οδυσσέας απαντά πως είναι Αχαιοί και επιστρέφουν στην πατρίδα τους, μετά την άλωση της Τροίας και τον ικετεύει να τους προσφέρει φιλοξενία. Ο Κύκλωπας αρνείται. Ο Οδυσσέας τότε του λέει ψέματα πως το καράβι του ναυάγησε και αυτοί είναι οι μόνοι επιζώντες. Τότε ο Κύκλωπας καταβροχθίζει δύο συντρόφους του. Την επομένη, ο Κύκλωπας τρώει άλλους δύο, βγάζει το κοπάδι για βοσκή και κλείνει την είσοδο της σπηλιάς. Το σούρουπο επιστρέφει και τρώει άλλους δύο. Τότε ο Οδυσσέας του προσφέρει κρασί, για να τον μεθύσει και του συστήνεται με το όνομα Κανένας. Σε λίγο, ο Κύκλωπας μεθυσμένος πέφτει για ύπνο. Τότε ο Οδυσσέας καρφώνει στο μάτι του ένα πυρακτωμένο πάσσαλο. Εκείνος ουρλιάζει από τον πόνο και καλεί τους άλλους Κύκλωπες να μαζευτούν γύρω από τη σπηλιά. Ακούγοντας όμως ότι τον τύφλωσε ο Κανένας, τον θεωρούν τρελό και φεύγουν. Έτσι, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι γλιτώνουν, κρυμμένοι κάτω από τις κοιλιές κριαριών.

κ (Τα περί Αιόλου και Λαιστρυγόνων και Κίρκης):

Από το νησί του Αιόλου φεύγουν με ούριο άνεμο. Όταν όμως οι σύντροφοί του ανοίγουν το ασκί στο οποίο ο Αίολος έχει κλείσει τις θύελλες, ξαναβρίσκονται πίσω σε αυτό. Αυτή τη φορά όμως ο Αίολος τούς διώχνει, φοβούμενος ότι οι θεοί είναι ενάντιοι στον Οδυσσέα. Περνούν από τη χώρα των Λαιστρυγόνων, όπου καταστρέφονται όλα τα καράβια εκτός από του Οδυσσέα, και φτάνουν στο νησί της Κίρκης. Η θεά-μάγισσα μεταμορφώνει σε χοίρους την αναγνωριστική ομάδα που στέλνει ο Οδυσσέας, αλλά εκείνος τους σώζει με τη βοήθεια του Ερμή. Παραμένουν στο νησί για ένα χρόνο και όταν ο Οδυσσέας ζητά να φύγει, η Κίρκη τον συμβουλεύει να επισκεφτεί πρώτα τη χώρα των νεκρών. 

Ο Οδυσσέας με όσους συντρόφους του είχαν απομείνει, έφτασε στα πλοία. Αφού απομακρύνθηκαν λίγο από τη σπηλιά του Κύκλωπα, ο ήρωας άρχισε να πανηγυρίζει για τη νίκη του και να προκαλεί τον Κύκλωπα. Ο Κύκλωπας ξεκολλώντας έναν βράχο τον πέταξε στη θάλασσα, προκαλώντας φουρτούνα, που έστειλε το καράβι του Οδυσσέα στη στεριά. Ο Οδυσσέας ξεπερνά τα όρια και εύχεται να είχε σκοτώσει τον Πολύφημο και προσβάλλει τον Ποσειδώνα. Ο Πολύφημος τότε εύχεται στον Ποσειδώνα να μην γυρίσει ποτέ στην πατρίδα του ο Οδυσσέας ή να γυρίσει μόνος, αφού χάσει τους συντρόφους του, και να βρει εκεί νέα δεινά. Ο θεός δέχεται την προσευχή. Όταν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι έφτασαν στη στεριά και, αφού μοιράστηκαν τη λεία, ο Οδυσσέας θυσίασε ένα κριάρι στον Δία, αλλά η θυσία του δεν έγινε δεκτή από τον θεό.

λ (Νέκυια):

Περνούν τον Ωκεανό και φτάνουν στη χώρα των Κιμμερίων, όπου βασιλεύει το σκοτάδι. Εκεί ο Οδυσσέας θυσιάζει ένα ζώο και οι ψυχές των νεκρών μαζεύονται γύρω από το αίμα. Βλέπει τον Αχιλλέα, μαθαίνει για το θάνατο του Αγαμέμνονα και τελικά ο Τειρεσίας τού προλέγει όσα θα ακολουθήσουν, πως ο Ποσειδώνας θα σταθεί εμπόδιο στον νόστο του, καθώς και για τον κίνδυνο στη Θρινακία να χαθούν όλοι, αν πειράξουν τα βόδια του Ήλιου. Προφητεύει ακόμα πως, αν γλιτώσει, θα φτάσει αργά στην πατρίδα του, μόνος με ξένο καράβι και εκεί θα τον περιμένουν νέα βάσανα εξαιτίας των μνηστήρων. Ωστόσο θα καταφέρει να πάρει εκδίκηση. Του δίνει επίσης εντολή μετά την μνηστηροφονία, κρατώντας ένα κουπί, να βρει ένα μυστικό μέρος και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα. Τέλος, του προφητεύει πως θα πεθάνει μακριά από τη θάλασσα, από βαθιά γεράματα, με τον λαό του ευτυχισμένο. Στη συνέχεια πλησιάζει η ψυχή της μητέρας του και αφού πιει αίμα τον ρωτά πως κατέβηκε ζωντανός στον Άδη. Ο Οδυσσέας λύνει την απορία της και την ρωτά για τον θάνατό της και για την κατάσταση στην Ιθάκη. Η Αντίκλεια τον πληροφορεί για την αφοσίωση της Πηνελόπης, για τον γιο του, για τον πατέρα του και για τον θάνατό της. Μάταια ο ήρωας προσπαθεί να την αγκαλιάσει, αφού η ψυχή της είναι μια σκιά.

μ (Σειρήνες, Σκύλλα, Χάρυβδις, βόες Ηλίου):

Φεύγοντας από την Κίρκη συναντούν τις γοητευτικές Σειρήνες, το τραγούδι των οποίων μόνο ο Οδυσσέας ακούει δεμένος στο κατάρτι του πλοίου του. Ύστερα πέφτουν στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη και χάνονται πολλοί σύντροφοί του. Όσοι επιζούν βγαίνουν στο νησί του Ήλιου, όπου παρακούοντας την εντολή του θεού σκοτώνουν τα βόδια του, γεγονός που προκαλεί την οργή του. Ο Οδυσσέας χάνει όλους τους συντρόφους του και φτάνει στην Ωγυγία, στο νησί της Καλυψώς. 

ν (Oδυσσέως απόπλους παρά Φαιάκων και άφιξις εις Ιθάκην):

Ο Οδυσσέας ξύπνησε το πρωί στην Ιθάκη, αλλά δεν ήξερε πού βρίσκεται. Τον πλησίασε τότε η Αθηνά, τον κατατόπισε, τον ενημέρωσε για την κατάσταση του παλατιού και του υποσχέθηκε συμπαράσταση στο έργο της εκδίκησης. Παραμόρφωσε, τέλος, τον Οδυσσέα, τον έντυσε ζητιάνο και τον έστειλε στο καλύβι του χοιροβοσκού Εύμαιου, ενώ η ίδια έφυγε για τη Σπάρτη, να φροντίσει για την επιστροφή του Τηλέμαχου.

ξ (Oδυσσέως προς Εύμαιον ομιλία):

Ο Οδυσσέας πηγαίνει στον Εύμαιο το χοιροβοσκό, στον οποίο όμως δεν αποκαλύπτεται, αλλά του διηγείται μία πλαστή ιστορία. Η Αθηνά παρακινεί τον Τηλέμαχο να επιστρέψει στην Ιθάκη, γιατί τάχα η μητέρα του αποφάσισε γάμο, και τον ενημερώνει για την ενέδρα των μνηστήρων. Του συστήνει μάλιστα να πάει πρώτα στο καλύβι του χοιροβοσκού.

ο (Τηλεμάχου προς Εύμαιον άφιξις):

Η Αθηνά παρακινεί τον Τηλέμαχο να επιστρέψει από τη Σπάρτη στην Ιθάκη και τον καθοδηγεί πώς να αποφύγει την παγίδα των μνηστήρων. Την επομένη ο Τηλέμαχος καταπλέει στην Ιθάκη και πηγαίνει κατευθείαν στον Εύμαιο. 

π (Τηλεμάχου αναγνωρισμός Οδυσσέως):

Ο Τηλέμαχος φτάνει στο καλύβι του Εύμαιου. Εκείνος βλέποντάς τον συγκινημένος τον υποδέχεται σαν πατέρας. Μετά το γεύμα ο Τηλέμαχος ρωτάει τον Εύμαιο για τον ξένο και εκφράζει τη στενοχώρια του, που δεν μπορεί να τον φιλοξενήσει στο παλάτι, λόγω των μνηστήρων. Ο Οδυσσέας-ζητιάνος βρίσκει τότε την ευκαιρία να εκφράσει τη θλίψη του για αυτή την κατάσταση. Μόλις φεύγει ο Εύμαιος, εμφανίζεται η Αθηνά έξω από την καλύβα, ορατή μόνο από τον Οδυσσέα, τον οποίο καλεί έξω. Του συστήνει και του αποκαλύπτει τον γιο του. Βλέποντας ο Τηλέμαχος τον ξένο με διαφορετική όψη νομίζει πως επρόκειτο για θεό. Ο Οδυσσέας του αποκαλύπτει πως είναι ο πατέρας του, και δακρυσμένος τον φιλάει. Εκείνος όμως δεν τον πιστεύει. Ο Οδυσσέας του εξηγεί τον ρόλο της Αθηνάς κι εκείνος πείθεται. Οι δυο τους θρηνούν για ώρα. Έπειτα, ο Οδυσσέας, αφού διηγείται στον γιο του τον τρόπο άφιξής του, τον καλεί να καταστρώσουν το σχέδιο εξόντωσης των μνηστήρων. Σύμφωνα με αυτό, ο Τηλέμαχος θα πάει πρώτος στο παλάτι κι έπειτα θα τον ακολουθήσουν ο Εύμαιος με τον Οδυσσέα- ζητιάνο. Κανείς δεν πρέπει να μάθει την επιστροφή του και ο Τηλέμαχος πρέπει να υπομείνει τις προσβολές των μνηστήρων για τον πατέρα του. Επίσης, θα πρέπει , όταν του κάνει νεύμα, να απομακρύνει τα όπλα από τη μεγάλη αίθουσα και μαζί να διαπιστώσουν ποιοι δούλοι τους έμειναν ακόμα πιστοί.

ρ (Τηλεμάχου επάνοδος εις Ιθάκην):

Ο Τηλέμαχος το άλλο πρωί φεύγει και αργότερα τον ακολουθούν ο Εύμαιος και ο Οδυσσέας με τη μορφή του ζητιάνου. Ο γιδοβοσκός Μελάνθιος και οι μνηστήρες συμπεριφέρονται άσχημα στον Οδυσσέα, τον οποίο βέβαια κανείς τους δεν αναγνωρίζει.

σ (Oδυσσέως και Ίρου πυγμή):

Ο Οδυσσέας νικά σε πυγμαχία τον αυθάδη ζητιάνο Ίρο. Η Πηνελόπη εμφανίζεται και αφήνει να εννοηθεί ότι μπορεί και να ξαναπαντρευτεί. Η υπηρέτρια Μελανθώ και οι μνηστήρες κοροϊδεύουν τον Oδυσσέα. 

τ (Oδυσσέως και Πηνελόπης ομιλία. Τα νίπτρα):

Ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος αφαιρούν τα όπλα από την αίθουσα με τη βοήθεια της Αθηνάς. Στη συνομιλία του με την Πηνελόπη ο Οδυσσέας την προετοιμάζει για την επάνοδό του. Η Πηνελόπη διηγείται στον «ξένο» τα βάσανά της. Ο Οδυσσέας από την άλλη, διηγείται μια πλαστή ιστορία πως τάχα είναι από την Κρήτη και πως είχε φιλοξενήσει τον Οδυσσέα όταν πήγαινε στην Τροία. Η Πηνελόπη ξεσπά σε δάκρυα και ζητά αποδείξεις. Ο Οδυσσέας- ζητιάνος τη διαβεβαιώνει πως ο Οδυσσέας θα επιστρέψει σύντομα. Η Πηνελόπη ζητά από τις δούλες να πλύνουν τον ξένο, ο Οδυσσέας όμως το δέχεται μόνο από κάποια γερόντισσα δούλα. Ακολουθεί το ποδόλουτρο από την τροφό του Ευρύκλεια, η οποία τον αναγνωρίζει από μια ουλή στο πόδι του. Ο Οδυσσέας όμως εξασφαλίζει την υπόσχεσή της να το κρατήσει μυστικό. Στη συνέχεια η Πηνελόπη προκηρύσσει την επόμενη μέρα στους μνηστήρες αγώνα τόξου.

υ (Τα προ της μνηστηροφονίας):

Ακολουθούν οι ετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι της ημέρας, που είναι αφιερωμένη στον Απόλλωνα. Άσχημος οιωνός του Δία αποτρέπει τους μνηστήρες από το σχέδιό τους για τη δολοφονία του Τηλέμαχου. Η προκλητική συμπεριφορά τους, ωστόσο, συνεχίζεται και στο τραπέζι. 

φ (Τόξου θέσις):

Η Πηνελόπη πήρε από την αίθουσα κειμηλίων το τόξο του Οδυσσέα, θρήνησε, κατέβηκε στο «μέγαρο» και προκήρυξε αγώνα μεταξύ των μνηστήρων με έπαθλο την ίδια. Ο Τηλέμαχος αιφνιδιάστηκε προς στιγμήν, γρήγορα όμως ανέλαβε ρόλο προστάτη της μητέρας του, την επαίνεσε ως έπαθλο του αγώνα, έστησε τα πελέκια και έκανε ο ίδιος την αρχή, για να αποδείξει ότι είναι άξιος να κρατήσει τα όπλα του πατέρα του. Δοκίμασε τρεις φορές χωρίς επιτυχία. Αντιλήφθηκε τότε το σχέδιο του πατέρα του, προσποιήθηκε αδυναμία και παραιτήθηκε δίνοντας τη σειρά στους μνηστήρες. Πρώτος δοκίμασε ο μάντης Ληώδης, αλλά απέτυχε και προέβλεψε συμφορά. Ο Αντίνοος όμως τον αποπήρε και πρότεινε να αλείψουν το τόξο με λίπος ζεστό, για να μαλακώσει· δοκίμασαν στη συνέχεια όλοι χωρίς επιτυχία, εκτός από τους δύο κορυφαίους, τον Ευρύμαχο και τον Αντίνοο. Δοκίμαζε ο Ευρύμαχος να τεντώσει το τόξο, χωρίς επιτυχία κι αυτός, οπότε ο Αντίνοος πρότεινε να αναβάλουν για αύριο τον αγώνα· σήμερα, εξάλλου, είναι η γιορτή του Απόλλωνα, είπε. Παρακάλεσε τότε ο Οδυσσέας να του επιτρέψουν να δοκιμάσει κι αυτός, τον πρόσβαλε όμως ο Αντίνοος. Αλλά η Πηνελόπη κι ο Τηλέμαχος στήριξαν το αίτημά του. Ο Οδυσσέας περιεργαζόταν κιόλας το τόξο, ενώ οι μνηστήρες τον σχολίαζαν πικρόχολα· πανικοβλήθηκαν όμως όταν τον είδαν να τεντώνει εύκολα τη χορδή και να περνά το βέλος μέσα από τις τρύπες όλων των τσεκουριών.

χ (Μνηστηροφονία):

Ο Οδυσσέας, μετά την επιτυχία του, έστρεψε το τόξο εναντίον των μνηστήρων με πρώτο νεκρό τον πιο προκλητικό, τον Αντίνοο. Οι μνηστήρες αναστατώθηκαν. Τότε ο Ευρύμαχος ζήτησε έλεος υποσχόμενος πλούσια αποζημίωση, ο Οδυσσέας όμως αρνήθηκε και τους κάλεσε σε αναμέτρηση. Στη σύγκρουση που ακολούθησε σκοτώθηκαν ο Ευρύμαχος και ο Αμφίνομος. Πλησίασε τότε τον Οδυσσέα η Αθηνά με τη μορφή του Μέντορα, τον ενθάρρυνε και πέταξε μετά σαν χελιδόνι στο δοκάρι της στέγης. Στους μνηστήρες έδινε θάρρος και εντολές ο Αγέλαος, η Αθηνά όμως φρόντιζε να αστοχούν οι επιθέσεις τους· Ακολούθησαν τρεις σκηνές ικεσίας: Ο μάντης Ληώδης μάταια ικέτεψε τον Οδυσσέα να τον λυπηθεί. Οι ικεσίες όμως του Φήμιου και του Μέδοντα εισακούστηκαν. Ο Οδυσσέας κάλεσε, έπειτα, την Ευρύκλεια και της ζήτησε να απαριθμήσει τις πιστές και τις άπιστες δούλες. Κάλεσε, λοιπόν, τις άπιστες να βοηθήσουν στη μεταφορά των νεκρών στην αυλή και έδωσε εντολή στον Τηλέμαχο να τις σκοτώσουν μετά, μαζί και τον Μελάνθιο. Τέλος, ο Οδυσσέας εξάγνισε το παλάτι από το φονικό με θειάφι και φωτιά και κάλεσε τις πιστές δούλες, που καλωσόρισαν τον αφέντη τους.

ψ (Oδυσσέως υπό Πηνελόπης αναγνωρισμός):

Η Ευρύκλεια ανέβηκε στην κάμαρη της Πηνελόπης και ανήγγειλε στη βασίλισσα ότι ο Οδυσσέας γύρισε και σκότωσε τους μνηστήρες, αλλά δεν έγινε πιστευτή. Ο Τηλέμαχος τη χαρακτήρισε σκληρόκαρδη, ο Οδυσσέας όμως τη δικαιολόγησε. Στο μεταξύ ο Οδυσσέας λούστηκε, ντύθηκε και ξαναπήρε θέση απέναντι στη γυναίκα του. Παραπονέθηκε και ζήτησε να του στρώσουν να κοιμηθεί μόνος του. Άρπαξε τότε την ευκαιρία η Πηνελόπη και ζήτησε να μετακινηθεί το κρεβάτι έξω από τη συζυγική κάμαρη. Ο λόγος της αυτός εξόργισε τον Οδυσσέα που, πέφτοντας στην παγίδα της, αποκάλυψε το μυστικό του ριζωμένου στη γη κρεβατιού τους, που μόνο αυτοί ήξεραν. Το αδιάψευστο αυτό σημάδι σιγούρεψε την Πηνελόπη και ξέσπασαν και οι δυο σε θρήνο χαράς. Ετοιμάστηκε στο μεταξύ η συζυγική κλίνη, ο χορός και το τραγούδι σταμάτησαν, και εκείνοι, αφού χάρηκαν την αγάπη τους, διηγήθηκαν τα βάσανά τους, ώσπου τους πήρε ο ύπνος.

ω (Σπονδαί):

Οι ψυχές των μνηστήρων οδηγούνται στον Άδη. Το φάντασμα του Αγαμέμνονα μιλάει για τη διαφορά της Κλυταιμνήστρας από την Πηνελόπη. Ο Οδυσσέας συναντά τον πατέρα του Λαέρτη στα κτήματα. Εν τω μεταξύ οι συγγενείς των νεκρών μνηστήρων έχουν στασιάσει στην πόλη. Ξεσπάει μάχη, αλλά και πάλι η Αθηνά επεμβαίνει για μία τελευταία φορά χαρίζοντας ειρήνη και σταθερότητα.