O καλλωπισμός των γυναικών στην αρχαία Αθήνα

Ψιμύθιο

Τις γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα, και ιδιαίτερα τις Αθηναίες, τις ενδιέφερε πάρα πολύ η προσωπική υγιεινή και ο καλλωπισμός, όπως και τους υπόλοιπους ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων. Πολλά  καλλυντικά προσώπου τα πήραν οι Ελληνίδες από ανατολικούς λαούς.

Στα  καλλυντικά της αρχαίας Ελλάδας υπήρχε μια ευρεία ποικιλία πουδρών, αλλά και ελαίων που ορισμένες φορές ήταν ανακατεμένα με χρωστικές ουσίες είτε φυτικής είτε ορυκτής προέλευσης. Με τις χρωστικές αυτές ουσίες υπήρχαν πολλά διαφορετικά χρώματα όπως άσπρο, κόκκινο και μαύρο. Επιπλέον υπήρχε το ψυμίθιο , δηλαδή ανθρακικός μόλυβδος, συνήθως λευκού χρώματος ενώ κόκκινου , όταν φτιαχνόταν από φύκια , ή αλλιώς μίλτος , δηλαδή κόκκινο ορυκτό χρώμα.

Τα φρύδια τα μαύριζαν με τριμμένο αντιμόνιο ή αλλιώς με καπνά και σκίαζαν τα βλέφαρα ελαφρά με φούμο (κάρβουνο).

Αρχικά τις βλεφαρίδες τις έβαφαν με μαύρο χρώμα, ενώ στη συνέχεια με ένα μείγμα  από ασπράδι αυγού, αμμωνία και ρετσίνι (άσβολον).

Στα μάγουλα και στα χείλη έβαζαν σκόνη χένας , ρεάλγιο, ώχρα , χυμούς από μούρα και άκανθα. Μερικά από αυτά  ήταν ανακατεμένα με κρέμες και έλαια. Επιπρόσθετα, για να βάψουν το πρόσωπο και τα χείλια χρησιμοποιούσαν μολύβια ή τη ρίζα του φυτού αλκέα (μολόχα).

Αρκετές για την εποχή γυναίκες διέθεταν όλα τα απαραίτητα για τον καλλωπισμό εργαλεία, παραδείγματος χάριν : τριχολαβίδες, μπουκαλάκια αρωμάτων και ουσιών, καρφίτσες , συνήθως ξύλινα ή πύλινα δοχεία ονομαζόμενα «πυξίδες», που περιέχουν φυσικές  κρέμες και αλοιφές. Διέθεταν επίσης κρέμες με τις οποίες άσπριζαν τα μάγουλα, ψιμύθια και έφτιαχναν μια σπάνια αλοιφή από κιννάβαρι. Μάλιστα κάποιες γυναίκες κατασκεύαζαν διάφορα καλλυντικά μόνες τους ή με τη βοήθεια των φιλενάδων τους ενώ υπήρχαν και φορές που ορισμένοι ειδικοί έρχονταν στα σπίτια τους. τα αγόραζαν από φαρμακέμπορους.Όλα αυτά τα καλλυντικά τα μάλασσαν και τα άπλωναν με σπάτουλες, κουτάλια και διάφορα ραβδάκια από ξύλο, κόκκαλο και ελεφαντόδοντο.

Πιο συγκεκριμένα  οι Αθηναίες του 5ου αιώνα λεύκαιναν το πρόσωπό τους με ένα στρώμα κερουσίτη (ψιμύθιον) και χρησιμοποιούσαν ένα είδος ρουζ που ονομαζόταν μίλτον και στην ουσία ήταν ένα μίνιο προσώπου. Επιπλέον, χρησιμοποιούσαν το φύκον, που φτιαχνόταν από φύκια, την έγχουσα, που ήταν η ρίζα του ομώνυμου φυτού και τέλος το παιδέρως, που ήταν ρίζα ενός αγκαθιού. Ακόμα είχαν κρέμες για τις πανάδες και τις ρυτίδες, μαστιχόλαδο για τον ιδρώτα, καρυδόλαδο και φοινικόλαδο για το στήθος, θυμαρόλαδο για το λαιμό και για τα γόνατα και μυραλοιφές από λουλούδια, φυτά και λάδι. Τις αλοιφές και τις κρέμες αυτές τις πασάλειβαν με ειδικά βουρτσάκια ονόματι χριστήρες ή με τα δάχτυλα.

Το συνηθισμένο χτένισμα των Ελληνίδων ήταν τα μακριά και πυκνά μαλλιά. Για να είναι εύκαμπτα και σκουρόχρωμα τα μαλλιά τους, έβα­ζαν λάδι από μπουμπούκια δάφνης και κέδρου. Φρόντιζαν από μόνες τους να τα πλένουν, να τα λαδώνουν και να τα χτενίζουν πολλές φορές με τη βοήθεια δούλων ή φιλενάδων τους. Χαρακτηριστικό των εταίρων θεωρείται το βάψιμο των μαλλιών. Τα έπλεκαν σχεδιάζοντας βοστρύχους και πλεξούδες, και ύστερα τα έπιαναν με καρφίδες (τσιμπιδάκια) και ταινίες. Οι ελεύθερες γυναίκες δεν συνήθιζαν να έχουν κοντό μαλλί, γιατί αυτό ήταν ένδειξη πένθους ή αναγνώρισης γηρατειών. Τα μαλλιά των δούλων ήταν πάντα κομμμένα κοντά. Αργότερα άρχιζαν να τα χτενίζουν με ελαφρούς κυματισμούς ή να τα μάζευουν σε κότσο και τα στερέωναν με δίχτυα και κορδέλες . Η δημιουργικότητα τους τούς ενέπνευσε στο να στολίζουν τα μαλλιά τους με όμορφα, φρέσκα λουλούδια  ή χρυσά λεπτά στέμματα. Τις κομμώσεις τις επιμελούνταν σκλάβες. Ακόμα και όσες είχαν ίσια μαλλιά, τα κατσάρωναν με μια στρογγυλή σιδερένια ή χάλκινη ράβδο που ονομαζόταν καλαμιστήρας. Γνωστή επίσης ήταν και η χρήση της χτένας η οποία  κατασκευαζόταν από μόλυβδο.

Οι Αθηναίες έβαφαν τα μαλλιά τους ξανθά, καθώς ήταν το αγαπημένο τους χρώμα, γι’αυτό άλλωστε συναντάμε και το επάγγελμα της τριχοβάπτριας. Ένα ακόμα διαδεδομένο χρώμα ήταν και το κόκκινο. Για να κατασκευάσουν τις βαφές των μαλλιών  χρησιμοποιούσαν εκχυλίσματα  φυσικών και ορυκτών αλοιφών που ήταν όμως και επικίνδυνες συνταγές, επειδή είχαν βάση τον ανθρακικό μόλυβδο (στουπέτσι) και τον θειούχο υδράργυρο (κιννάβαρι). Η πιο γνωστή και αγαπημένη ήταν η βαφή με χέννα πασπαλισμένη με χρυσό.

 Οι Αρχαίοι Έλληνες γενικά θεωρούσαν πώς τα αρώματα είχαν θεϊκή προέλευση και ότι ήταν σύμβολα των θεών. Όπως πληροφορούμαστε από την μυθολογία, οι γυναίκες που παρασκεύαζαν τα αρώματα θεωρούνταν μάγισσες, όπως η Μήδεια, η Κίρκη και η Ωραία Ελένη.

 ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΟΛΥΒΔΟ

 Ο μόλυβδος, ακόμα και αν είναι  τοξικός, είναι πολύ δημοφιλής για την παρασκευή καλλυντικών από την αρχαιότητα έως και σήμερα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όλα γίνονται εύκολα με αυτόν. Όπως  εξηγεί ο κ. Περδικάτσης «Οι χρωστικές του μολύβδου είναι πολύ εύκολο να λειοτριβηθούν και να χρησιμοποιηθούν», «και η χημεία των οξειδίων του μολύβδου είναι ευκολότερη από αυτή των άλλων υλικών γιατί είναι εξαιρετικά δραστικά χημικά» επισημαίνει και ο κύριος Βαλτέρ.

 Όσον αφορά τα κοσμήματα γνωρίζουμε ότι φορούσαν: τον έλικα που είχε τρεις διαφορετικές  ονομασίες, δηλαδή ψέλλα, όφεις, δράκοντας και η ονομασία του καθοριζόταν από το είδος της χαραγμένης παράστασης. Φορούσαν επίσης περισφύρια ή χρυσάς πέδας πάνω από τους αστραγάλους, περιδέραια ή  όρμους στον τράχηλο και στο στήθος και τέλος φορούσαν ελλόβια, ερματαή ενώτια ή ελικτήρας στα αυτιά (δηλαδή κάτι σαν τα σημερινά σκουλαρίκια).