Έρπειν όχι Έρπινγκ!

Έρπειν ή έρπινγκ;

Συχνά ακούγεται ο όρος “έρπινγκ” για να αποδώσει την άσκηση κατά την οποία ένας άνθρωπος σέρνεται. Ωστόσο, δεν ευσταθεί.

Ο όρος είναι “έρπειν = το να σέρνεται κάποιος” και προκύπτει ως απαρέμφατο του ρήματος:

έρπωπρτ.είρπαμόνον στο ενεστωτικό θέμαελλειπτικό ρήμα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. κινούμαι έχοντας, εκούσια, όλο το σώμα μου σε επαφή με το έδαφος
  2. (μεταφορικά) συμπεριφέρομαι αγενέστατα, ύπουλα

Πηγή: El.m.wiktionary.org