Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Τι σημαίνει η λέξη veto (βέτο); Πώς το λέμε στα ελληνικά;

Βέτο- Αρνησικυρία

Ο διεθνής όρος βέτο, προέρχεται από τη λατινικό ρήμα veto που σημαίνει παρεμποδίζω. Στα ελληνικά αποδίδεται με τον όρο “Αρνησικυρία”.

Αρνησικυρία ονομάζεται τόσο η άρνηση μιας κρατικής αρχής να επικυρώσει νόμο ή απόφαση κάποιας άλλης, έστω κι αν η δεύτερη είναι η καθ’ ύλην αρμόδια, προκαλώντας επαναδιαπραγμάτευση ή σπανιότερα ακύρωσή του, όσο και το δικαίωμα ή ικανότητα άσκησης αυτής. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης στους περισσότερους διεθνείς οργανισμούς και αναφέρεται στην άρνηση ενός εταίρου να συνυπογράψει απόφαση των συλλογικών οργάνων, με την έννοια άσκησης φραγμού, οδηγώντας έτσι στην ακύρωσή της.


Συνεπώς πρόκειται για νομική δυνατότητα άσκησης εξουσίας (veto power) που παρέχεται από το νόμο σε πρόσωπα ή δημόσια όργανα, (οργανισμούς) προς παρεμπόδιση ή αποτροπή ενέργειας.

Διαβάστε περισσότερα: Wikipedia

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: