Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Ανημέρωτος ή Ανενημέρωτος;

Ανενημέρωτος ή Ανημέρωτος;

Για να χαρακτηρίσουμε κάποιον που δεν είναι καθόλου ενημερωμένος (α-στερητικό+ενημερώνω)

Για να χαρακτηρίσουμε κάποιον που δεν έχει εξημερωθεί (α-στερητικό+ημερώνω)

Πηγές:

Λεξικό Μπαμπινιώτη, Κέντρο Λεξικολογίας

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: