Ε ε

Λόγια : έκπαγλος, -ος, -ο(ν)

  • Αυτός που εντυπωσιάζει με την ομορφιά του.
    • Συν.: εκθαμβωτικός, αξιοθαύμαστος
    • Αντ.: αποκρουστικός, απωθητικός