Ικέτης και Οικέτης

Σύγχυση παρατηρείται στη χρήση των δύο αυτών λέξεων. Κάτι που συμβαίνει συχνά με τις ομόηχες λέξεις (λέξεις που ακούγονται το ίδιο, αλλά διαφέρουν ως προς τη σημασία τους). Ας τις αναλύσουμε:

O ικέτης σχετίζεται με την ικεσία. Είναι δηλαδή εκείνος που ζητά προστασία ή βοήθεια.

H ικεσία ήταν θεσμός της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας προστατευόμενος από τον Ικέσιο Δία, όπως η ξενία από τον Ξένιο Δία, και είχε καθιερωθεί γι’ αυτήν, όπως και για τη φιλοξενία, μια ορισμένη εθιμοτυπία: ο ικέτης γονάτιζε μπροστά στον ικετευόμενο, με το ένα χέρι αγκάλιαζε τα γόνατά του, ενώ με το άλλο άγγιζε το πιγούνι ή το γένι του. Aν υπήρχε δυνατότητα, κατέφευγε στον βωμό, που υπήρχε στις αυλές των σπιτιών, ή στην εστία, που υπήρχε στο εσωτερικό του σπιτιού. Eξασφάλιζε έτσι άσυλο ο ικέτης, ως πρόσωπο ιερό, και γινόταν συνήθως δεκτός ως «ξένος»/φιλοξενούμενος (ebooks.edu.gr).

Ο οικέτης σχετίζεται με τον οίκο.

Στην κλασική Aθήνα όλοι, εκτός από τους πένητες, διέθεταν και δούλους. Εκείνοι που αποτελούσαν μέλη του οίκου και διέμεναν σ’ αυτόν, ονομάζονταν οικέται ή οικείς. Tους οικιακούς δούλους τούς χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τις εργασίες του σπιτιού, αλλά και για την καλλιέργεια της γης. Επιπλέον, στο πλαίσιο των οικιακών εργασιών αναλάμβαναν τη φροντίδα των παιδιών (ως τροφοί ή παιδαγωγοί) και συνόδευαν τις μεν γυναίκες στις γιορτές, τους δε άνδρες στο κυνήγι.

Στην Αθήνα οι δούλοι εντάσσονταν στον οίκο με ειδική τελετουργία. Τα μέλη της οικογένειας τους οδηγούσαν στην εστία του σπιτιού και η οικοδέσποινα σκόρπιζε πάνω στο κεφάλια τους καρύδια, σύκα και γλυκίσματα. Κατά τη διάρκεια της τελετής οι δούλοι αποκτούσαν το νέο τους όνομα.

Η ισόβια παραμονή τους στο περιβάλλον του σπιτιού -δεδομένου ότι κάποιοι από αυτούς γεννιόνταν σ’ αυτό- δημιουργούσε σχέσεις αφοσίωσης των οικιακών δούλων προς τον αφέντη,καθώς άλλωστε οι τύχες τους καθορίζονταν από τα πρόσωπα τα οποία υπηρετούσαν.

Εξαιτίας αυτής της ειδικής σχέσης, οι οικιακοί δούλοι είχαν τις περισσότερες δυνατότητες απελευθέρωσης. Στα τελευταία χρόνια της Κλασικής περιόδου η απελευθέρωση κάποιου δούλου περιελαμβανόταν συνήθως στη διαθήκη του κυρίου του ως ανταμοιβή για την αφοσίωσή του. Ο απελεύθερος, όπως ονομαζόταν ο απελευθερωμένος δούλος, είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει στην πατρίδα του. Αν παρέμενε όμως στην Αθήνα εγγραφόταν στην πόλη ως μέτοικος και ο πρώην κύριός του αναλάμβανε να γίνει ο προστάτης του (ime.gr).

Απάντηση